Τα παχύσαρκα παιδιά φαίνεται να έχουν λιγότερο ευαίσθητους γευστικούς κάλυκες σε σχέση με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε ηλεκτρονικά στο Archives of Disease in Childhood.

Η μειωμένη αυτή ικανότητα να γευτούν το γλυκό, το πικρό, το ξινό και το αλμυρό είναι πιθανό να οδηγεί σε αυξημένη πρόσληψη τροφής, προκειμένου τελικά να φτάσουν στο ίδιο γευστικό αποτέλεσμα που ένα νορμοβαρές παιδί φτάνει με μικρότερη ποσότητα του ίδιου φαγητού.

Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν 94 νορμοβαρή και 99 παχύσαρκα παιδιά, ηλικίας 6-18 ετών. Τα παιδιά αυτά δεν παρουσίαζαν κάποιο άλλο πρόβλημα υγείας και δεν έπαιρναν κάποιο φάρμακο που να επηρεάζει την ποιότητα της γεύσης ή της οσμής. Η γευστική ευαισθησία αξιολογήθηκε με τη χρήση « γευστικών ταινιών».

Η διαφορετική ευαισθησία στη γεύση μπορεί να οφείλεται σε ένα συνδυασμό παραγόντων, όπως τα γονίδια, η μαγειρική κουλτούρα του κάθε λαού και η έκθεση σε διάφορες γεύσεις στα πρώτα στάδια της ζωής. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τα αίτια που επηρεάζουν τη γεύση κάθε ατόμου, φαίνεται πως η υψηλή γευστική ευαισθησία μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της ποσότητας φαγητού που απαιτείται για την επίτευξη της ίδιας γευστικής έντασης.

.
Πηγή: 
  1. Johanna Overberg, Thomas Hummel, Heiko Krude, Susanna Wiegand. Differences in taste sensitivity between obese and non-obese children and adolescents.Archives of Disease in Childhood, 2012; DOI: 10.1136/archdischild-2011-301189
Advertisements